welder
wel
ˈwɛl
vel
der
welterwilderweeder

Ορισμός και σημασία του "welder"στα αγγλικά

01

συγκολλητής, συγκολλήτρια

a person who joins pieces of metal by welding them together 
welder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
welders

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

welder
weld
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store