Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weekday
01
καθημερινή, εργάσιμη ημέρα
any day of the week other than Saturday and Sunday
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weekdays
Παραδείγματα
The weekday train schedule is different from the weekend timetable.
Το πρόγραμμα των τρένων τις καθημερινές διαφέρει από το πρόγραμμα του Σαββατοκύριακου.



























