webcam
web
ˈwɛb
ουεμπ
cam
kæm
καιμ

Ορισμός και σημασία του "webcam"στα αγγλικά

01

webcam, κάμερα ιστού

a camera connected to a computer that is used for recording or broadcasting videos of the user 
webcam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
webcams
Παραδείγματα
The tech support agent asked the user to check their webcam to troubleshoot issues with the video call. 

Ο πράκτορας τεχνικής υποστήριξης ζήτησε από τον χρήστη να ελέγξει την webcam του για την αντιμετώπιση προβλημάτων με την βιντεοκλήση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

webcam

web

+

cam

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store