Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weaverbird
01
υφαντούδι, πουλί υφαντής
a small tropical passerine bird found in Africa and Asia that makes its nest from interlaced vegetation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
weaverbirds
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
weaverbird
weaver
bird



























