Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weather-beaten
01
καταστραμμένος από τον καιρό, φθαρμένος από τα στοιχεία
worn or damaged by exposure to the elements, such as sun, wind, rain, or snow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weather-beaten
συγκριτικός βαθμός
more weather-beaten
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weather-beaten cabin stood at the edge of the cliff, its wood cracked and faded.
Η καταπονημένη από τον καιρό καλύβα στέκονταν στην άκρη του βράχου, το ξύλο της ραγισμένο και ξεθωριασμένο.
02
φθαρμένος από τον καιρό, επηρεασμένος από το κλίμα
worn by exposure to the weather



























