weather-beaten
Pronunciation
/wˈɛðɚbˈiːʔn̩/

Ορισμός και σημασία του "weather-beaten"στα αγγλικά

weather-beaten
01

καταστραμμένος από τον καιρό, φθαρμένος από τα στοιχεία

worn or damaged by exposure to the elements, such as sun, wind, rain, or snow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weather-beaten
συγκριτικός βαθμός
more weather-beaten
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tiny weather-beaten church at the hilltop had stood strong for over a century.
Ο μικρός καταπονημένος από τον καιρό ναός στην κορυφή του λόφου είχε σταθεί δυνατά για πάνω από έναν αιώνα.
02

φθαρμένος από τον καιρό, επηρεασμένος από το κλίμα

worn by exposure to the weather
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store