Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wearing
01
φορεσιά, ενδυμασία
the act of having on your person as a covering or adornment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
φθορά, διάβρωση
(geology) the mechanical process of wearing or grinding something down (as by particles washing over it)
wearing
01
κουραστικός, εξαντλητικός
causing tiredness or exhaustion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wearing
συγκριτικός βαθμός
more wearing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The long journey was very wearing.
Το μακρύ ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό.
Λεξικό Δέντρο
wearing
wear



























