wearing
wea
ˈweə
ουε
ring
rɪng
ρινγκ
weaningweavingwearying

Ορισμός και σημασία του "wearing"στα αγγλικά

01

φορεσιά, ενδυμασία

the act of having on your person as a covering or adornment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

φθορά, διάβρωση

(geology) the mechanical process of wearing or grinding something down (as by particles washing over it) 
01

κουραστικός, εξαντλητικός

causing tiredness or exhaustion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wearing
συγκριτικός βαθμός
more wearing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, effect, state
Παραδείγματα
The long journey was very wearing. 

Το μακρύ ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wearing
wear
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store