to wear off
wear
wɛə
veē
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "wear off"στα αγγλικά

to wear off
01

ξεθωριάζω, φθείρω

to gradually fade in color or quality over time due to constant use or other factors 
Intransitive
to wear off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
wear
ενεστώτας
wear off
γ΄ ενικό πρόσωπο
wears off
ενεστώτα μετοχή
wearing off
απλός αόριστος
wore off
παθητική μετοχή
worn off
Παραδείγματα
After a while, the paint on the playground equipment began to wear off. 

Μετά από λίγο, η βαφή στον εξοπλισμό της παιδικής χαράς άρχισε να ξεθωριάζει.

02

ξεθωριάζω, χάνω σταδιακά την αποτελεσματικότητα

to gradually lose intensity or effectiveness 
Intransitive
to wear off definition and meaning
Παραδείγματα
The pain medication tends to wear off after a few hours. 

Το φάρμακο για τον πόνο τείνει να ξεθυμώνει μετά από μερικές ώρες.

03

ξεθωριάζω, σταδιακά εξασθενίζω

(of an emotion) to gradually become less intense 
Intransitive
Παραδείγματα
The joy from the surprise wore off after a few hours. 

Η χαρά από την έκπληξη ξεθύμανε μετά από μερικές ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store