Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weaponry
01
οπλισμός
weapons considered collectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
weaponry
weapon
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
οπλισμός
Λεξικό Δέντρο