Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weaponize
01
οπλισμός, μετατροπή σε όπλο
to adapt something for use in conflict or violence
Transitive: to weaponize technology or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
weaponize
γ΄ ενικό πρόσωπο
weaponizes
ενεστώτα μετοχή
weaponizing
απλός αόριστος
weaponized
παθητική μετοχή
weaponized
Παραδείγματα
The military weaponized certain inventions during wartime for tactical advantage.
Ο στρατός έκανε όπλα ορισμένες εφευρέσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου για τακτικό πλεονέκτημα.
02
οπλίζω, εργαλειοποιώ
to turn something into a tool for causing harm or gaining power
Παραδείγματα
Do n't weaponize love to control someone.
Μην μετατρέπετε την αγάπη σε όπλο για να ελέγχετε κάποιον.
Λεξικό Δέντρο
weaponize
weapon



























