Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weapon
01
όπλο, οπλισμός
an object that can physically harm someone or something, such as a gun, bomb, knife, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weapons
Παραδείγματα
The soldier carried a rifle as his primary weapon during combat.
Ο στρατιώτης κουβαλούσε ένα τουφέκι ως κύριο όπλο του κατά τη μάχη.
02
όπλο, μέσο πειθούς
a means of persuading or arguing
Λεξικό Δέντρο
weaponize
weaponless
weaponry
weapon



























