Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wealth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
πλούτος, περιουσία
the state of being rich and affluent; having a plentiful supply of material goods and money
03
πλούτος, αφθονία
the quality of profuse abundance
04
πλούτος, περιουσία
property that has economic utility: a monetary value or an exchange value
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
wealthy
wealth



























