weak point
weak
wi:k
vik
point
pɔɪnt
poynt

Ορισμός και σημασία του "weak point"στα αγγλικά

01

αδύνατο σημείο, ελάττωμα

a flaw or imperfection in one's character that makes one vulnerable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weak points
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store