wayward
way
ˈweɪ
ουει
ward
wɔrd
ουορντ
/wˈe‍ɪwəd/

Ορισμός και σημασία του "wayward"στα αγγλικά

01

ανυπότακτος, πεισματάρης

unwilling to follow rules or accept control, often behaving unpredictably or stubbornly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wayward
συγκριτικός βαθμός
more wayward
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The program helps reform wayward teenagers.
Το πρόγραμμα βοηθά στη μεταρρύθμιση των ανυπότακτων εφήβων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store