way-out
Pronunciation
/wˈeɪˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "way-out"στα αγγλικά

01

ασυνήθιστος, πρωτοποριακός

unconventional to an extreme degree
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most way-out
συγκριτικός βαθμός
more way-out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her way-out sense of humor had the whole room laughing.
Η ασυνήθιστη αίσθηση του χιούμορ της έκανε όλο το δωμάτιο να γελάσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store