Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waxing
01
αφαίρεση τριχών με κερί, κερί αφαίρεσης τριχών
a hair removal technique that involves applying and removing wax to eliminate unwanted hair from the root
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waxings
02
ανάπτυξη, σταδιακή αύξηση
a gradual increase in magnitude or extent
waxing
01
αυξανόμενος, σε αύξηση
(of the moon) pertaining to the period during which the visible surface of the moon increases
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
waxing
wax



























