wavering
wa
ˈweɪ
ουει
ve
βερ
ring
rɪng
ρινγκ
/wˈe‍ɪvəɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "wavering"στα αγγλικά

01

δισταγμός, ταλάντωση

the quality of being unsteady and subject to changes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δισταγμός, αποφασιστικότητα

indecision in speech or action
01

αποφασιστικός, διστακτικός

unable to decide between two opinions, possibilities, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wavering
συγκριτικός βαθμός
more wavering
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

wavering
waver
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store