wavelet
Pronunciation
/wˈeɪvlət/

Ορισμός και σημασία του "wavelet"στα αγγλικά

01

μικρό κύμα, κυματίο

a small, brief wave on a liquid surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wavelets
Παραδείγματα
After the boat passed, a series of wavelets lingered momentarily, then faded away.
Μετά το πέρασμα του σκάφους, μια σειρά από μικρά κύματα παρέμεινε στιγμιαία, μετά εξαφανίστηκε.

Λεξικό Δέντρο

wavelet
wave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store