waterway
wa
wɑ:
ουα
ter
tər
ταρ
way
weɪ
ουει
/wˈɔːtəwˌe‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "waterway"στα αγγλικά

01

πλωτή οδός, πλωτό υδάτινο δρόμο

a river, canal, etc. that boats can navigate through
waterway definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waterways
02

υδάτινη οδός, ρεύμα νερού

a conduit through which water flows
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store