Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waterway
01
πλωτή οδός, πλωτό υδάτινο δρόμο
a river, canal, etc. that boats can navigate through
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waterways
02
υδάτινη οδός, ρεύμα νερού
a conduit through which water flows



























