Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
waterproof
01
αδιάβροχο, ανθεκτικό στο νερό
not damaged by the water or not letting water through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most waterproof
συγκριτικός βαθμός
more waterproof
διαβαθμίσιμο
Waterproof
01
αδιάβροχο, αδιάβροχο ρούχο
a type of outerwear designed to prevent water from penetrating through the fabric and reaching the wearer's skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waterproofs
02
αδιάβροχο, αδιάβροχο ύφασμα
a textile that is coated or laminated with a substance that prevents water from penetrating through it
Παραδείγματα
The waterproof of the coat began to wear out after years of use.
Η αδιάβροχη ιδιότητα του παλτού άρχισε να φθείρεται μετά από χρόνια χρήσης.
to waterproof
01
αδιαβροχοποιώ, κάνω αδιάβροχο
make watertight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
waterproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
waterproofs
ενεστώτα μετοχή
waterproofing
απλός αόριστος
waterproofed
παθητική μετοχή
waterproofed



























