Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to watermark
01
επισημαίνω με υδατογραφήματα, τοποθετώ υδατογραφήματα
to imprint a distinctive mark or design on paper or an image, often as a means of identification or to prevent counterfeiting
Transitive: to watermark a paper or an image
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
watermark
γ΄ ενικό πρόσωπο
watermarks
ενεστώτα μετοχή
watermarking
απλός αόριστος
watermarked
παθητική μετοχή
watermarked
Παραδείγματα
The artist decided to watermark each page of the sketchbook with a subtle logo.
Ο καλλιτέχνης αποφάσισε να υδατογραφήσει κάθε σελίδα του σχεδιαστήριου με ένα διακριτικό λογότυπο.
Watermark
01
σήμα νερού
a line marking the level reached by a body of water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
watermarks
02
υδατογραφία, φιλιγκράν
a distinguishing mark impressed on paper during manufacture; visible when paper is held up to the light



























