Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to watch out for
01
προσέχω, φροντίζω
to be cautious about the safety of someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
watch
ενεστώτας
watch out for
γ΄ ενικό πρόσωπο
watches out for
ενεστώτα μετοχή
watching out for
απλός αόριστος
watched out for
παθητική μετοχή
watched out for
Παραδείγματα
As friends, we watch out for each other's well-being during our adventures.
Ως φίλοι, προσέχουμε την ευημερία ο ένας του άλλου κατά τις περιπέτειές μας.
02
προσέχω για, είμαι προσεκτικός με
to pay attention and notice someone or something
Παραδείγματα
As a cyclist, it's essential to watch out for traffic and follow safety rules.
Ως ποδηλάτης, είναι απαραίτητο να προσέχεις την κυκλοφορία και να ακολουθείς τους κανόνες ασφαλείας.



























