wastrel
Pronunciation
/wˈæstɹəl/

Ορισμός και σημασία του "wastrel"στα αγγλικά

01

σπάταλος, άχρηστος

a person who is useful for nothing and spends resources wastefully
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wastrels
Παραδείγματα
She was tired of dealing with the wastrel who never contributed to the group ’s efforts.
Κουράστηκε να ασχολείται με τον σπάταλο που ποτέ δεν συνέβαλε στις προσπάθειες της ομάδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store