Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wastrel
01
σπάταλος, άχρηστος
a person who is useful for nothing and spends resources wastefully
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wastrels
Παραδείγματα
His reputation as a wastrel followed him wherever he went.
Η φήμη του ως σπάταλος τον ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινε.



























