Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wastrel
01
σπάταλος, άχρηστος
a person who is useful for nothing and spends resources wastefully
Παραδείγματα
She was tired of dealing with the wastrel who never contributed to the group ’s efforts.
Κουράστηκε να ασχολείται με τον σπάταλο που ποτέ δεν συνέβαλε στις προσπάθειες της ομάδας.



























