Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wastepaper basket
01
κάδος απορριμμάτων, καλάθι χαρτιών
a container with an open top; for discarded paper and other rubbish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wastepaper baskets
LanGeek



























