Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wasteland
01
ερήμωση, άγονο έδαφος
a barren area of land that is unsuitable for agriculture or habitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wastelands
Παραδείγματα
The abandoned industrial site had turned into a wasteland over the years.
Ο εγκαταλελειμμένος βιομηχανικός χώρος είχε μετατραπεί σε ερήμωση με τα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
wasteland
waste
land



























