Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wasteland
01
ερήμωση, άγονο έδαφος
a barren area of land that is unsuitable for agriculture or habitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wastelands
Παραδείγματα
The community garden initiative seeks to reclaim urban wasteland for productive use.
Η πρωτοβουλία της κοινοτικής κήπου επιδιώκει να ανακτήσει τις αστικές ερημικές εκτάσεις για παραγωγική χρήση.
Λεξικό Δέντρο
wasteland
waste
land



























