Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wastebasket
01
κάδος απορριμμάτων, καλάθι χαρτιών
an object with an open top that is used for holding trash, particularly waste paper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wastebaskets
Παραδείγματα
Students were reminded to dispose of their trash in the classroom wastebasket.
Υπενθυμίστηκε στους μαθητές να πετάξουν τα σκουπίδια τους στο καλάθι απορριμμάτων της τάξης.



























