waste of time
waste
weɪst
veist
of
əv
ēv
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "waste of time"στα αγγλικά

01

σπατάλη χρόνου

an activity or situation that does not produce any benefit or value, and instead consumes time and resources that could be better utilized elsewhere 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wastes of time
Παραδείγματα
He realized that arguing over the small details was a waste of time. 

Συνειδητοποίησε ότι η διαφωνία για τις μικρές λεπτομέρειες ήταν σπατάλη χρόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store