waspish
Pronunciation
/wˈɑːspɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "waspish"στα αγγλικά

01

ευερέθιστος, γκρινιάρης

easily irritated and likely to speak or act in a sharp, stinging, or spiteful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most waspish
συγκριτικός βαθμός
more waspish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A waspish comment from her ended the conversation abruptly.
Ένα ευερέθιστο σχόλιο από μέρους της τερμάτισε απότομα τη συζήτηση.

Λεξικό Δέντρο

waspish
wasp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store