washroom
Pronunciation
/ˈwɑʃˌɹum/

Ορισμός και σημασία του "washroom"στα αγγλικά

01

τουαλέτα, αποχωρητήριο

a lavatory (particularly a lavatory in a public place)
washroom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
washrooms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store