washed-up
washed
wɒʃt
ουοστ
up
ʌp
απ

Ορισμός και σημασία του "washed-up"στα αγγλικά

01

καταδικασμένος σε εξαφάνιση, καταδικασμένος να εξαφανιστεί

doomed to extinction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most washed-up
συγκριτικός βαθμός
more washed-up
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
career, decline, society
02

αποτυχημένος, ξεπερασμένος

not successful anymore and not expected to succeed again 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store