wary
wa
ˈweə
ve
ry
ri
ri
wearywarty

Ορισμός και σημασία του "wary"στα αγγλικά

01

προσεκτικός, υποψήφιος

feeling or showing caution and attentiveness regarding possible dangers or problems 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wariest
συγκριτικός βαθμός
warier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, cognition
Παραδείγματα
She was wary of strangers approaching her late at night. 

Ήταν προσεκτική με τους ξένους που την πλησίαζαν αργά τη νύχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unwary
warily
wariness
wary
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store