wartime
war
ˈwɑr
ουαρ
time
ˌtaɪm
ταιμ
/wˈɔːta‍ɪm/

Ορισμός και σημασία του "wartime"στα αγγλικά

01

πολεμική περίοδος, περίοδος πολέμου

a period during which an open war is underway
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store