to warp
warp
wɔ:p
vawp

Ορισμός και σημασία του "warp"στα αγγλικά

to warp
01

παραμορφώνω, καμπυλώνω

to bend or change shape, often due to pressure or exposure to heat 
Intransitive
to warp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
warp
γ΄ ενικό πρόσωπο
warps
ενεστώτα μετοχή
warping
απλός αόριστος
warped
παθητική μετοχή
warped
Παραδείγματα
The plastic material started to warp when exposed to the intense heat of the sun. 

Το πλαστικό υλικό άρχισε να παραμορφώνεται όταν εκτέθηκε στην έντονη θερμότητα του ήλιου.

02

παραμορφώνω, στρεβλώνω

to cause something to bend or change shape, typically due to pressure or exposure to heat 
Transitive: to warp sth
Παραδείγματα
The intense heat from the fire warped the wooden door, causing it to twist and lose its original shape. 

Η έντονη θερμότητα από τη φωτιά έκαμψε την ξύλινη πόρτα, προκαλώντας την στρέβλωση και την απώλεια του αρχικού της σχήματος.

01

στήμονας, νήματα διατεταγμένα κατά μήκος στον αργαλειό και διασταυρωμένα με την υφάδι

yarn arranged lengthways on a loom and crossed by the woof 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
warps
02

παραμόρφωση, διαστρέβλωση

a moral or mental distortion 
03

παραμόρφωση, στρέβλωση

a shape distorted by twisting or folding 
04

διαστρέβλωση, διαστροφή

a twist or aberration; especially a perverse or abnormal way of judging or acting 

Λεξικό Δέντρο

warped
warping
warp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store