Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ware
01
εμπόρευμα, προϊόν
commodities offered for sale
02
εμπόρευμα, προϊόν
items or products that are of the same kind or made of the same material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to ware
01
σπαταλώ, κατασπαταλώ
spend extravagantly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ware
γ΄ ενικό πρόσωπο
wares
ενεστώτα μετοχή
waring
απλός αόριστος
wared
παθητική μετοχή
wared



























