wanton
wan
ˈwɒn
von
ton
tən
tēn
wonton

Ορισμός και σημασία του "wanton"στα αγγλικά

01

ακόλαστη γυναίκα, άσεμνη γυναίκα

lewd or lascivious woman 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wantons
to wanton
01

συμπεριφέρονται εξαιρετικά σκληρά και βάναυσα, ενεργούν με ακραία σκληρότητα και βιαιότητα

behave extremely cruelly and brutally 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wanton
γ΄ ενικό πρόσωπο
wantons
ενεστώτα μετοχή
wantoning
απλός αόριστος
wantoned
παθητική μετοχή
wantoned
02

παίζω ερωτικά, φλερτάρω

engage in amorous play 
03

γίνομαι εξωφρενικός; επιδοτώ τον εαυτό μου πολυτελώς, παρασύρομαι στις πολυτέλειες

become extravagant; indulge (oneself) luxuriously 
04

σπαταλώ, κατασπαταλώ

spend wastefully 
05

σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω

waste time; spend one's time idly or inefficiently 
06

παρασύρομαι σε μια αβίαστη ή ηδονιστική ζωή, ζω με έναν αβίαστο ή ηδονιστικό τρόπο

indulge in a carefree or voluptuous way of life 
01

άσωτος, ακόλαστος

free and careless in sexual actions or behaviors 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wanton
συγκριτικός βαθμός
more wanton
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Some movies of the era were banned due to their portrayal of wanton relationships. 

Ορισμένες ταινίες της εποχής απαγορεύτηκαν λόγω της απεικόνισης ανήθικων σχέσεων.

02

αδικαιολόγητος, απερίσκεπτος

describing actions that are done recklessly or without justification 
Παραδείγματα
The wanton destruction of the city's historical sites angered many residents. 

Η αδικαιολόγητη καταστροφή των ιστορικών τόπων της πόλης εξόργισε πολλούς κατοίκους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store