Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wanton
01
ακόλαστη γυναίκα, άσεμνη γυναίκα
lewd or lascivious woman
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wantons
to wanton
01
συμπεριφέρονται εξαιρετικά σκληρά και βάναυσα, ενεργούν με ακραία σκληρότητα και βιαιότητα
behave extremely cruelly and brutally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wanton
γ΄ ενικό πρόσωπο
wantons
ενεστώτα μετοχή
wantoning
απλός αόριστος
wantoned
παθητική μετοχή
wantoned
02
παίζω ερωτικά, φλερτάρω
engage in amorous play
03
γίνομαι εξωφρενικός; επιδοτώ τον εαυτό μου πολυτελώς, παρασύρομαι στις πολυτέλειες
become extravagant; indulge (oneself) luxuriously
04
σπαταλώ, κατασπαταλώ
spend wastefully
05
σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω
waste time; spend one's time idly or inefficiently
06
παρασύρομαι σε μια αβίαστη ή ηδονιστική ζωή, ζω με έναν αβίαστο ή ηδονιστικό τρόπο
indulge in a carefree or voluptuous way of life
wanton
01
άσωτος, ακόλαστος
free and careless in sexual actions or behaviors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wanton
συγκριτικός βαθμός
more wanton
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Some movies of the era were banned due to their portrayal of wanton relationships.
Ορισμένες ταινίες της εποχής απαγορεύτηκαν λόγω της απεικόνισης ανήθικων σχέσεων.
02
αδικαιολόγητος, απερίσκεπτος
describing actions that are done recklessly or without justification
Παραδείγματα
The wanton destruction of the city's historical sites angered many residents.
Η αδικαιολόγητη καταστροφή των ιστορικών τόπων της πόλης εξόργισε πολλούς κατοίκους.



























