wannabe
wannabe
'wɒnəbi
vonēbi
wannabee

Ορισμός και σημασία του "wannabe"στα αγγλικά

01

μιμητής, προσποιητός

a person who tries to be like someone else or adopts a style, status, or identity they are not 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wannabes
Παραδείγματα
He's just a wannabe trying to copy his favorite rapper. 

Είναι απλά ένας μουσογιός που προσπαθεί να αντιγράψει τον αγαπημένο του ράπερ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store