to wallop
wa
ˈwɒ
vo
llop
ləp
lēp
dollop

Ορισμός και σημασία του "wallop"στα αγγλικά

to wallop
01

χτυπώ δυνατά, ρίχνω ένα δυνατό χτύπημα

to hit forcefully 
Transitive: to wallop sb/sth
to wallop definition and meaning
Παραδείγματα
The boxer managed to wallop his opponent with a powerful right hook. 

Ο πυγμάχος κατάφερε να χτυπήσει τον αντίπαλό του με ένα ισχυρό δεξί γκάντι.

02

κατατροπώνω, συντρίβω

to heavily defeat someone or something 
Transitive: to wallop a competitor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wallop
γ΄ ενικό πρόσωπο
wallops
ενεστώτα μετοχή
walloping
απλός αόριστος
walloped
παθητική μετοχή
walloped
Παραδείγματα
The team walloped their rivals in the championship game. 

Η ομάδα κατέστρεψε τους αντιπάλους της στο παιχνίδι του πρωταθλήματος.

01

βαρύ χτύπημα, ισχυρό κτύπημα

a severe blow 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wallops
02

πλήγμα, ισχυρή επίδραση

a forceful consequence; a strong effect 

Λεξικό Δέντρο

walloper
walloping
walloping
wallop
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store