Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wallflower
01
ντροπαλός, συνεσταλμένος
a person shy, overlooked, or socially awkward
αποδοκιμαστικό
αργκό
Παραδείγματα
The wallflower stayed in the corner during the dance.
Η ντροπαλή παρέμεινε στη γωνία κατά τη διάρκεια του χορού.
02
χειρόκρινο, ερύσιμο
any of numerous plants of the genus Erysimum having fragrant yellow or orange or brownish flowers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wallflowers
03
χειρανθος, κίτρινο γαϊδουράγκαθο
perennial of southern Europe having clusters of fragrant flowers of all colors especially yellow and orange; often naturalized on old walls or cliffs; sometimes placed in genus Erysimum



























