Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Walkway
01
πεζοδρόμιο, υπερυψωμένη διαδρομή
a path for walking, typically built outdoors and above the ground level
Παραδείγματα
The university campus was crisscrossed with walkways, lined with benches and shade trees for students to relax and socialize.
Η πανεπιστημιούπολη ήταν διασταυρωμένη με πεζοδρόμους, περιτριγυρισμένα με παγκάκια και δέντρα σκιάς για να χαλαρώνουν και να κοινωνικοποιούνται οι φοιτητές.



























