waking up
Pronunciation
/wˈeɪkɪŋ ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "waking up"στα αγγλικά

01

ξύπνημα, ξυπνώ

the act of stopping one's sleep
waking up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waking ups
Παραδείγματα
Waking up to the sound of birds chirping outside her window always puts her in a good mood.
Ξυπνώντας με τον ήχο των πουλιών που κελαηδούν έξω από το παράθυρό της, πάντα της βελτιώνει τη διάθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store