Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waking up
01
ξύπνημα, ξυπνώ
the act of stopping one's sleep
Παραδείγματα
Waking up to the sound of birds chirping outside her window always puts her in a good mood.
Ξυπνώντας με τον ήχο των πουλιών που κελαηδούν έξω από το παράθυρό της, πάντα της βελτιώνει τη διάθεση.



























