Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to block out
01
αποκλείω, εμποδίζω
to stop something from proceeding by creating a barrier
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
block
ενεστώτας
block out
γ΄ ενικό πρόσωπο
blocks out
ενεστώτα μετοχή
blocking out
απλός αόριστος
blocked out
παθητική μετοχή
blocked out
Παραδείγματα
The security team worked hard to block the intruders out.
Η ομάδα ασφαλείας εργάστηκε σκληρά για να αποκλείσει τους εισβολείς.
1.1
αποκλείω, καλύπτω
to create a barrier that prevents light or noise from reaching a specific space
Παραδείγματα
A thick layer of paint can block out graffiti on walls.
Ένα παχύ στρώμα βαφής μπορεί να αποκλείσει τα γκράφιτι στους τοίχους.
02
αποκλείω, αποφεύγω να σκέφτομαι
to intentionally avoid thinking about something unpleasant
Παραδείγματα
Focusing on gratitude can help block out feelings of discontent.
Η εστίαση στην ευγνωμοσύνη μπορεί να βοηθήσει να αποκλείσει τα συναισθήματα δυσαρέσκειας.
03
οργανώνω, σχεδιάζω
to arrange the placement of songs or elements in a theatrical production
Παραδείγματα
The director had to block the musical numbers out for a seamless stage performance.
Ο σκηνοθέτης έπρεπε να μπλοκάρει τα μουσικά νούμερα για μια απρόσκοπτη σκηνική παράσταση.
04
σκιαγραφώ, χαράσσω τα κύρια σχήματα
to draw a basic visual representation of something
Παραδείγματα
The initial stage of the painting involved blocking out the main shapes and contours.
Το αρχικό στάδιο της ζωγραφικής περιλάμβανε σκιαγράφηση των κύριων σχημάτων και περιγραμμάτων.



























