waitress
wait
ˈweɪt
ουειτ
ress
rəs
ρασ
wardress

Ορισμός και σημασία του "waitress"στα αγγλικά

01

σερβιτόρα, γυναίκα σερβιτόρος

a woman who brings people food and drinks in restaurants, cafes, etc. 
waitress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
waitresses
αρσενικό ενικό
waiter
θηλυκό ενικό
waitress
neutral form
server
Παραδείγματα
I asked the waitress for the bill after finishing my meal. 

Ζήτησα από τη σερβιτόρα τον λογαριασμό αφού τελείωσα το γεύμα μου.

to waitress
01

εργάζομαι ως σερβιτόρος ή σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο, εξυπηρετώ ως σερβιτόρος ή σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο

serve as a waiter or waitress in a restaurant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
waitress
γ΄ ενικό πρόσωπο
waitresses
ενεστώτα μετοχή
waitressing
απλός αόριστος
waitressed
παθητική μετοχή
waitressed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store