wage
Pronunciation
/ˈweɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "wage"στα αγγλικά

01

μισθός, αμοιβή

money that a person earns, daily or weekly, in exchange for their work
wage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wages
Παραδείγματα
The government implemented policies to ensure fair wages and improve living standards for workers.
Η κυβέρνηση εφάρμοσε πολιτικές για να διασφαλίσει δίκαιους μισθούς και να βελτιώσει τα βιοτικά επίπεδα των εργαζομένων.
to wage
01

διεξάγω, εκτελώ

to participate in and carry out a specific action, such as a war or campaign
Transitive: to wage a reaction or campaign
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wage
γ΄ ενικό πρόσωπο
wages
ενεστώτα μετοχή
waging
απλός αόριστος
waged
παθητική μετοχή
waged
Παραδείγματα
The activist group waged a campaign against the new policy.
Η ακτιβιστική ομάδα διεξήγαγε μια καμπάνια κατά της νέας πολιτικής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store