to wade
Pronunciation
/weɪd/

Ορισμός και σημασία του "wade"στα αγγλικά

to wade
01

περπατώ σε ρηχά νερά, διασχίζω ρηχό ποτάμι

to walk in shallow water
Intransitive
to wade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wade
γ΄ ενικό πρόσωπο
wades
ενεστώτα μετοχή
wading
απλός αόριστος
waded
παθητική μετοχή
waded
Παραδείγματα
The children giggled as they waded in the gentle waves.
Τα παιδιά γέλασαν καθώς περπατούσαν στα ήρεμα κύματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store