Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wade
01
περπατώ σε ρηχά νερά, διασχίζω ρηχό ποτάμι
to walk in shallow water
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wade
γ΄ ενικό πρόσωπο
wades
ενεστώτα μετοχή
wading
απλός αόριστος
waded
παθητική μετοχή
waded
Παραδείγματα
The children giggled as they waded in the gentle waves.
Τα παιδιά γέλασαν καθώς περπατούσαν στα ήρεμα κύματα.



























