vulva
vul
ˈvʌl
val
va
volva

Ορισμός και σημασία του "vulva"στα αγγλικά

01

αιδοίο, εξωτερικά γυναικεία γεννητικά όργανα

the external female genitalia, including the labia, clitoris, vaginal opening, and urethral opening 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vulvas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store