vox
vox
vɒks
voks
poxcoxochsox

Ορισμός και σημασία του "vox"στα αγγλικά

01

φωνή, φωνητικός ήχος

the sound made by the vibration of vocal folds modified by the resonance of the vocal tract 
vox definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
voces

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store