Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vouchsafe
01
χορηγώ, καταδέχομαι να δώσω
to give something with a sense of superiority
Ditransitive: to vouchsafe sb sth | to vouchsafe sth to sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vouchsafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
vouchsafes
ενεστώτα μετοχή
vouchsafing
απλός αόριστος
vouchsafed
παθητική μετοχή
vouchsafed
Παραδείγματα
The professor vouchsafed a small piece of advice to the struggling student, as if imparting wisdom to a child.
Ο καθηγητής παραχώρησε μια μικρή συμβουλή στον αγωνιζόμενο φοιτητή, σαν να μεταδίδει σοφία σε ένα παιδί.
Λεξικό Δέντρο
vouchsafe
vouch
safe



























