Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vouchsafe
01
χορηγώ, καταδέχομαι να δώσω
to give something with a sense of superiority
Ditransitive: to vouchsafe sb sth | to vouchsafe sth to sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vouchsafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
vouchsafes
ενεστώτα μετοχή
vouchsafing
απλός αόριστος
vouchsafed
παθητική μετοχή
vouchsafed
Παραδείγματα
He vouchsafed them a brief explanation, as if doing them a great favor.
Τους χάρισε μια σύντομη εξήγηση, σαν να τους έκανε μια μεγάλη χάρη.
Λεξικό Δέντρο
vouchsafe
vouch
safe



























