Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blissfulness
01
ευδαιμονία, ευτυχία
a state of extreme happiness, joy, or contentment
Παραδείγματα
Her blissfulness was contagious, filling the room with positive energy as she shared the good news of her promotion with friends and family.
Η ευδαιμονία της ήταν μεταδοτική, γεμίζοντας το δωμάτιο με θετική ενέργεια καθώς μοιραζόταν τα καλά νέα της προαγωγής της με φίλους και οικογένεια.
Λεξικό Δέντρο
blissfulness
blissful
bliss



























