blissfulness
bliss
ˈblɪs
blis
ful
fəl
fēl
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "blissfulness"στα αγγλικά

01

ευδαιμονία, ευτυχία

a state of extreme happiness, joy, or contentment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The newlyweds basked in the blissfulness of their honeymoon, surrounded by love and happiness. 

Οι νεόνυμφοι απολάμβαναν την ευδαιμονία του μήνα του μέλιτός τους, περιβαλλόμενοι από αγάπη και ευτυχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blissfulness
blissful
bliss
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store