Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blissfulness
01
ευδαιμονία, ευτυχία
a state of extreme happiness, joy, or contentment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The newlyweds basked in the blissfulness of their honeymoon, surrounded by love and happiness.
Οι νεόνυμφοι απολάμβαναν την ευδαιμονία του μήνα του μέλιτός τους, περιβαλλόμενοι από αγάπη και ευτυχία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blissfulness
blissful
bliss



























