voting
vo
ˈvoʊ
βου
ting
tɪng
τινγκ
/vˈə‍ʊtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "voting"στα αγγλικά

01

ψηφοφορία

the process or action of choosing someone during an election
voting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The voting results were delayed due to technical issues with the counting system.
Τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας καθυστέρησαν λόγω τεχνικών προβλημάτων με το σύστημα καταμέτρησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store