voting
vo
ˈvəʊ
vew
ting
tɪng
ting
dotingboatingcoatingfloating

Ορισμός και σημασία του "voting"στα αγγλικά

01

ψηφοφορία

the process or action of choosing someone during an election 
voting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Voting is a fundamental right in a democracy, allowing citizens to choose their leaders. 

Η ψήφος είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα σε μια δημοκρατία, που επιτρέπει στους πολίτες να επιλέγουν τους ηγέτες τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

voting
vote
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store