Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voracious
01
αδηφάγος, λαίμαργος
eating or craving food in large amounts and with great enthusiasm
Παραδείγματα
The voracious eater polished off an entire pizza without hesitation.
Ο αδηφάγος έφαγε ολόκληρη μια πίτσα χωρίς δισταγμό.
02
αδηφάγος, ακόρεστος
excessive eagerness or enthusiam to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most voracious
συγκριτικός βαθμός
more voracious
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
voraciously
voraciousness
voracious



























