Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blinker
01
φλας, δείκτης κατεύθυνσης
a device on a vehicle that flashes to signal the intention of the driver to change lanes or make a turn
Παραδείγματα
He adjusted the sensitivity of the blinker control for smoother signaling.
Προσάρμοσε την ευαισθησία του ελέγχου του φλας για πιο ομαλή σηματοδότηση.
02
φλας, φως που αναβοσβήνει
a light that flashes on and off; used as a signal or to send messages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blinkers
03
επιθέματα ματιών, προστατευτικά ματιών
blind consisting of a leather eyepatch sewn to the side of the halter that prevents a horse from seeing something on either side
to blinker
01
τοποθετώ παντζούρια σε, βάζω παντζούρια σε
put blinders on (a horse)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blinker
γ΄ ενικό πρόσωπο
blinkers
ενεστώτα μετοχή
blinkering
απλός αόριστος
blinkered
παθητική μετοχή
blinkered



























